Γκαπ!!! Ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχος και ένας χοντρός  φάκελος βρέθηκε μπροστά της…

- Εεεε τι κάνεις? Θα μου ρίξεις τον καφέ πάνω στα χαρτιά, πρόσεχε καλέ…!

- Αυτή είναι η νέα μας υπόθεση, που μας ανέθεσε το αφεντικό, απάντησε με ένα κρυφό γελάκι ο Στράτος…

Η Στέλλα με έκπληκτο ύφος σήκωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό του… Αχ! πόσο όμορφος είναι, σκέφτηκε για άλλη μια φορά από μέσα της. Ακόμα και με αυτό το σαρδόνιο γέλιο του, γίνεται πιο αρρενωπός και έπνιξε ένα στεναγμό, κρύβοντας τον έρωτα, που έτρεφε χρόνια τώρα για το συνάδελφό της.

- Τι υπόθεση είναι αυτή και γιατί ο κος Σταυρίδης μας έβαλε να δουλέψουμε μαζί?

- Ο πελάτης είναι πολύ ιδιαίτερος και το boss ήθελε τους καλύτερους του γραφείου να τον αναλάβουν. Έχεις αντίρρηση?

- Αντίρρηση δεν έχω, είσαι πολύ καλός δικηγόρος μετά από μένα φυσικά, του απάντησε με πειρακτικό ύφος, αλλά η συνεργασία μαζί σου είναι πολύ δύσκολη, γιατί δεν παίρνεις τίποτα στα σοβαρά και κάνω εγώ όλη τη “σαβούρα” της δουλειάς…

Ο Στράτος και η Στέλλα, συμφοιτητές στην ίδια νομική σχολή, τότε που ο Στράτος ήταν στο τέταρτο έτος και η Στέλλα είχε μόλις περάσει στη σχολή.Είχαν γνωριστεί σε μια κοινή παρέα. Χρόνια μετά η μοίρα τους έφερε να δουλεύουν μαζί στην ίδια νομική  εταιρεία, αυτός ήδη στέλεχος σε αυτήν και εκείνη πλέον ανερχόμενη δυναμική δικηγόρος.

Η Στέλλα συχνά απορούσε με το στυλ του παλιού της φίλου, πώς κατάφερνε παρά το ατημέλητο look του, την τεράστια Ντουκάτι, που κυκλοφορούσε  στους δρόμους της πόλης, να εμπνέει το σεβασμό και την εμπιστοσύνη για τις δικηγορικές του ικανότητες! Η ίδια από την άλλη, συνήθιζε να φορά ακριβά και καλοραμμένα ταγέρ ή κουστούμια, πάντα τα χρυσοκόκκινα μαλλιά της δεμένα σε σινιόν στη βάση του κεφαλιού και υιοθετώντας ένα αυστηρό ύφος για να πείθει τους άλλους, ότι αξίζει τη θέση, που είχε κερδίσει στην εταιρεία.

- Πότε ξεκινάμε?,ρώτησε, αλλά παρατηρώντας τον, συνέχισε: Και γιατί παρακαλώ κρατάς το κράνος σου? Δεν θα κάτσεις να δουλέψουμε την υπόθεση?

- Έχω μια δουλειά να τακτοποιήσω. Θα περάσω το βράδυ από το σπίτι σου να αρχίσουμε τότε…θα φέρω κινέζικο…Τα λέμε… είπε και παρέσυρε κάποια χαρτιά στο πέρασμά του…

Η Στέλλα άφησε ένα στεναγμό να βγει από μέσα της. Της ήταν όλο και πιο δύσκολο να αντισταθεί στη γοητεία του, κάθε φορά, που βρίσκονταν μαζί στο ίδιο δωμάτιο. Πόσο μάλλον στο διαμέρισμά της, όταν οι χώροι ήταν πολύ μικροί να τους κρατήσουν σε απόσταση ασφαλείας. Δεν ήθελε να εμπλακεί συναισθηματικά μαζί του,γιατί γνώριζε, ότι ήταν άστατος στις σχέσεις του και ήταν σίγουρη, πως αν γινόταν κάτι μεταξύ τους θα πληγωνόταν στο τέλος…Εξάλλου δεν την είχε ποτέ του προσέξει ως γυναίκα…

Ώρες αργότερα στο σπίτι πια, μπροστά στη βρεγμένη από τη βροχή μπαλκονόπορτα, κοίταζε κάτω στο δρόμο τα αυτοκίνητα να περνούν, περιμένοντας τον ερχομό του Στράτου. Είχε καθυστερήσει! Tελικά τον είδε να παρκάρει τη μηχανή και με νωχελικές κινήσεις να βγάζει το κράνος, αδιαφορώντας για το νερό, που μούσκευε μαλλιά και πρόσωπο.

Ύστερα από λίγο άκουσε το κουδούνι να χτυπάει. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα πάει να ανοίξει την πόρτα και τον βλέπει να έχει παρατεταμένο το ένα χέρι κρατώντας  τις σακούλες με το κινέζικο φαγητό.

- Άργησες ,του λέει, ρίχνοντας μια ματιά στη δικογραφία, ξέρω πως έχουμε πολύ δουλειά μπροστά μας…

- Μην ανησυχείς γλύκα, της απαντά, όλο το βράδυ δικό μας το έχουμε…έχεις να πας πουθενά?

- Όχι το ξέρεις , είπε η Στέλλα νοιώθοντας τα μάγουλά της να βάφονται κόκκινα. Από τότε, που διαλύθηκε ο αρρανώνας μου δεν βγαίνω με κανέναν…

- Αυτό έγινε πριν από 2 χρόνια… – Δεν γίνεται να είμαστε όλοι σαν εσένα, που αλλάζεις συντρόφους σαν τα πουκάμισα…

Πόσο όμορφη γίνεται, όταν θυμώνει σκέφτηκε ο Στράτος. Το πρόσωπό της λάμπει και τα  μάτια της..αχ τα μάτια της σε κάνουν να χαθείς στο βυθό τους σαν σε μια γαλαζοπράσινη θάλασσα. Από τότε, που είχε έρθει να εργαστεί στην εταιρεία την είχε προσέξει, αλλά τότε ήταν ήδη αρραβωνιασμένη…Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε τη δεδομένη στιγμή. Έκτοτε η στάση της αν και ήταν πάντα φιλική απέναντί του, τον κρατούσε σε απόσταση. Δεν μπόρεσε ποτέ να εξιχνιάσει τι αισθανόταν για αυτόν. Μα απόψε ήταν αποφασισμένος να μάθει.

Την ακολούθησε στο καθιστικό, αλλά το βλέμμα του δεν μπορούσε να το τραβήξει από το στενό τζιν της Στέλλας, που κολλούσε πάνω της σαν δεύτερο δέρμα, τα λυμμένα σαν πυρόξανθες φλόγες μαλλιά της, που σπάνια είχε την ευχαρίστηση να τα βλέπει ελεύθερα.

Στο τραπεζάκι του σαλονιού η Στέλλα είχε στρώσει τα σουπλά, χαρτοπετσέτες και όλα τα απαραίτητα για να κάτσουν να φάνε. Κάτι που έγινε λίγες στιγμές μετά, στην απόλυτη σιωπή, που διέκοπτε όμως ο θόρυβος της βροχής που έπεφτε δυνατά.

Αφού τελείωσαν το δείπνο τους και καθάρισαν μαζί το τραπεζάκι, έκατσαν πάνω στο χαλί κοντά ο ένας στον άλλο και βγάζοντας τη δικογραφία από το χαρτοφύλακα, ασχολήθηκαν μαζί της.

Η Στέλλα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά τους. Στα κλεφτά έβλεπε τα υγρά ακόμα μαλλιά του, από τη βροχή. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και ακανόνιστα και στο μόνο, που μπορούσε να δώσει σημασία ήταν στο άκουσμα της βαθιάς φωνής του.

-…..θα με αφήσεις να σε φιλήσω?

- Πώς? Με ένα τίναγμα του κορμιού της και ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρά της, βγήκε από τη νάρκη, που είχε πέσει. – Τι είπες?

- Θέλω να σε φιλήσω Στέλλα. Πάντα το ήθελα… Να σε βλέπω να τριγυρνάς κοντά μου και εγώ να επιθυμώ να σε κλείσω στην αγκαλιά μου να σου τραβήξω την πιάστρα από τα μαλλιά και να βυθίσω τα δάχτυλά μου στη μεταξένια υφή τους. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου Στέλλα από τότε, που ήρθες στην εταιρεία…

- Μα ποτέ δεν το έδειξες…έβγαινες με άλλες…εγώ…Εγώ σε αγαπούσα πάντα, του είπε με σβησμένη ψιθυριστή φωνή. Έβγαινες με άλλες όμως…ένας κόμπος δεν την άφησε να αρθρώσει περισσότερα…

- Δεν είχαν καμιά σημασία για μένα. Όλες ωχριούσαν μπροστά σου. Δεν άντεξα να το κρατήσω άλλο κρυφό. Απόψε, που άργησα, είχα πάει να σου αγοράσω αυτό…είπε και έβγαλε από την τσέπη του ένα βελούδινο κουτάκι, που περιείχε ένα περίτεχνο μονόπετρο δεμένο με πλατίνα.

- Είναι τόσο όμορφο! Σε αγαπώ τόσο πολύ Στράτο! – Και εγώ μωρό μου…πιο πολύ από μένα σ’ αγαπώ!

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Εκείνο το βράδυ δεν κατάφεραν να τελειώσουν τη μελέτη της δικογραφίας. Στο σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας της Στέλλας με την επισφράγιση του έρωτά τους, τους πήρε ο ύπνος αγκαλιά υπό το γλυκό νανούρισμα της βροχής.

 

Το παραπάνω διήγημα, που κατάντησε να γίνει μυθιστόρημα σε λίγο, είναι μια απάντηση στην ανοικτή πρόσκληση της γλυκιάς Νατάσσας σε ένα νέο μπλογκοπαίχνιδο. Ένα παιχνίδι με τις λέξεις: αυστηρός, εμπλέκω, κράνος, νανούρισμα, συνηθίζω.

ΥΓ: Σας ζητώ συγνώμη για την τελείως ερασιτεχνική μου προσπάθεια, για το μέγεθος του κειμένου και προσκαλώ με τη σειρά μου όποιον θέλει να συμμετάσχει.